Άχθος αρούρης: ακούγεται περίεργα, μα σίγουρα είναι ελληνικά.

Άχθος, σημαίνει βάρος, φορτίο, λύπη, ανησυχία, στεναχώρια. Εξού και αχθοφόρος. Αυτός που φέρει, που κουβαλάει βάρος.

(Η) άρουρα, είναι η καλλιεργήσιμη γη, το χωράφι, το χώμα, το έδαφος. Ο αρουραίος είναι αυτός  που προέρχεται από την άρουρα, την εξοχή, ο αγροτικός.

Άχθος αρούρης δηλαδή βάρος της γης. Έτσι χαρακτηρίζουμε τους ανθρώπους που δεν προσφέρουν τίποτα και ζουν εις βάρος των άλλων.

Στην Ιλιάδα, (ραψωδία Σ) ο Αχιλλέας χαρακτηρίζει τον εαυτό του άχθος αρούρης, καθώς απήχε από τη μάχη για μεγάλο χρονικό διάστημα. 

Σπάνιες, ασυνήθιστες, ενδιαφέρουσες, κρυμμένες, άγνωστες εκφράσεις της γλώσσας μας. Ωραία δεν είναι που τις ανακαλύπτουμε;