Κλείνω & κλίνω. Δύο ρήματα ομόηχα με διαφορετική σημασία. 

Κλείνω σημαίνει, σφραγίζω, κλειδώνω, αμπαρώνω, ασφαλίζω, τερματίζω, σβήνω, απενεργοποιώ, αποκλείω (οι αγρότες έκλεισαν τους δρόμους). 

  • Κλείσε σε παρακαλώ την πόρτα, θέλω να διαβάσω. 
  • Η υπόθεση έκλεισε και ο αστυνόμος πήρε προαγωγή. 
  • Κλείνω τα μάτια μου στη νέα πραγματικότητα και δε θέλω να ξέρω τίποτα.
  • Κλείσε επιτέλους την τηλεόραση!
  • Ακούγεται ότι θα κλείσει το ζαχαροπλαστείο απέναντι

Κλίνω σημαίνει, γέρνω, κάμπτω, λυγίζω, πλαγιάζω, τείνω, ρέπω, κατατείνω, κατευθύνομαι, σχηματίζω (για τη γραμματική, τύπους)

  • Κλίνε ( κι όχι κλίσε!) σε παρακαλώ το ρήμα «ακούω» σε όλους τους χρόνους.
  • Μπορείς να μεταφέρεις λίγο πιο δεξιά τον καθρέφτη; Κλίνει προς τα αριστερά.
  • Νομίζω ότι θα συμπληρώσουμε τις υπογραφές που θέλουμε. Η άποψή του κλίνει προς το μέρος μας.